ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ


ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ ΟΡΑ

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

2006

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Α΄. ΜΕΡΟΣ-ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ

1. ΤΑ ΜΑΤΙΑ
2. ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ ΟΡΑ
3. ΚΟΜΜΕΝΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ
4. ΨΑΧΝΩ ΝΑ ΒΡΩ............
5. ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ
6. Η ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ
7. ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
8. ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
9. ΠΡΟΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΦΙΛΟ
10. ΑΠΟΚΕΝΤΡΟΙ ΔΡΟΜΟΙ
11. ΚΑΜΕΝΑ ΔΑΣΗ
12. ΨΕΥΤΙΚΟ ΧΡΥΣΑΦΙ
13. ΨΥΧΙΚΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
14. Η ΝΥΧΤΑ
15. ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
16. ΨΕΥΤΗΣ ΧΡΟΝΟΣ
17. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ;
18. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ
19. LIFE STYLE
20. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
21. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
22. ΝΕΚΡΙΚΟΝ
23. Ο ΤΡΕΛΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ
24. ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ
25. Ο ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ
26. Ο ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ
27. Ο ΝΑΡΚΟΜΑΝΗΣ
28. Ο ΧΩΡΙΣΜΕΝΟΣ…
29. ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
30. Ο ΧΑΜΕΝΟΣ
31. ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
32. ΑΣΤΕΓΟΙ
33. Ο ΓΡΑΦΙΚΟΣ
34. ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ
35. Η ΠΤΩΣΗ
36. ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΡΕ;

Β΄. ΜΕΡΟΣ – ΣΕΛΙΔΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

37. ΛΗΘΗ Η΄ ΜΝΗΜΗ;
38. ΠΑΤΡΙΔΑ
39. ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
40. ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ
41. Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ
42. ΚΑΚΟΣ ΟΙΩΝΟΣ
43. ΣΤΟ ΚΑΙΣΑΡΕΙΟ
44. SIR STEVEN RUNCIMAN
45. ΣΙΚΕΛΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
46. ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ
47. ΤΟΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΠΡΟΜΑΧΟΙΣ
48. Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
49. Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ
50. ΛΗΔΡΑ ΠΑΛΑΣ
51. ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΝΟΡΩΝ
52. ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ
53. ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
54. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ



ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Μια σκιά, του κόσμου η συννεφιά,
του καιρού φτηνό παιχνίδι.
Τα μάτια στης ζωής τη σερμαγιά
το πιο ακριβό στολίδι.

Μ’ αυτά τα μάτια θε να δεις
τα μυστικά της γης,
του κόσμου το ξημέρωμα
της θάλασσας το πέρασμα.

Κι’ αν τον ήλιο δεν μπορείς,
στα ίσια να τον δεις,
τότε αρκέσου στα φεγγάρια
που απλώνονται τα βράδια.

ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ ΟΡΑ

Εικόνες στους δρόμους , οι πιο πολλές όχι αρεστές
Μα μια εκ των έσω προσταγή ,της ψυχής επιταγή
Σου λέει ορά ,την όποια ώρα, σε κάθε χώρα
Τα καθ’ οδών πάθη των ανθρώπων
Καθώς καθ’ οδόν για την πηγή που θες να φτάσεις
Πολλούς διακριτικά θα προσπεράσεις
Κι’ άλλους περιφρόνηση χωρίς πραγματικά να θες θα τους κεράσεις
Κι’ όταν θα φτάσεις στη πηγή όπου το νερό πολύ πια δεν τρέχει
Θα στριμωχτείς και συ στο πλήθος που συρρέει για να ξεδιψάσει
Κι’ αν κράτιστος είσαι, άλλους θα εκτοπίσεις
Κι’ αν αδύναμος σταθείς, εύκολα θα παραγκωνιστείς
Αδιάφορο αν πιεις από το νερό της λαλέουσας πηγής
Εσύ ορά, κάθε ώρα, τις εικόνες καθ’ οδόν
Και φόρτωσε τες στην μνήμη σου
Πείρα είναι αυτή , δοκιμασμένη στην πυρά
Πολύτιμο αγαθό και καρπός ζωής δυσεύρετος
Όπως θες μπορείς εσύ να τον χειριστείς
Να τον παζαρέψεις σκληρά σαν παλιός μικρασιάτης κερατζής
Ίσως να τον πουλήσεις ακριβά σαν κλασσικός βαλκάνιος πραματευτής
Η’ να τον μοιράσεις άδολα σαν ακτήμων ασκητής
Μα το ποιο πιθανό είναι να τον σκορπίσεις στο κενό

ΚΟΜΜΕΝΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ

Παλιές γέφυρες
και φώτα θολά
σαν πυκνή ομίχλη
σε ερείπια παλιά.

Κομμένες γέφυρες
κι ένας φίλος απών.
Χαμένη μνήμη
μα οι φωτογραφίες παρών.

Κομμένες γέφυρες
κι ένας δρόμος τελειώνει.
Νύχτα που’ ρχεται,
σκοτάδι π’ απλώνει.

Κομμένες γέφυρες
κι ένας δρόμος αρχίζει,
ζωή που φεύγει
και δεν γυρίζει.

Κρυμμένες γέφυρες,
αμυδρά τα φώτα
κι’ από κάτω περνά το πλοίο
που ’χασε τη ρότα.


ΨΑΧΝΩ ΝΑ ΒΡΩ……….

Ψάχνω να βρω,
αυτούς που ‘χω χάσει.
Στου ονείρου τις σκιές,
κρυφτό μου παίζουνε μορφές
που ‘χω ξεχάσει.

Ψάχνω να βρω,
τα λόγια που ‘χουν πει,
αυτοί που μαζί έχουν βρεθεί,
άπειρες φορές στα μεσοχώρια
και τώρα είναι όλοι χώρια.

Ψάχνω να βρω,
αυτούς που ‘χουν σκορπίσει.
Και η μοίρα τους έχει ορίσει
πίσω κανείς να μην ‘ρθει,
το χαμένο παράδεισο να βρει.

Ψάχνω να βρω,
αυτές τις Κυριακές
που μοιάζαν με γιορτές
και χάνονταν αποβραδίς
στην γαλήνη της σιωπής.

Ψάχνω να βρω,
τα παιδιά να τιτιβίζουνε στους δρόμους.
Ανθρώπους να τηρούν άγραφους νόμους.
Τσιγαλιές και πασχαλιές
να βλογούνε τις αυλές.

Ψάχνω να βρω,
τρόπο τον χρόνο να γυρίσω,
όσους φύγαν να φέρω πίσω
κι’ ας φάγαν λησμονιάς λωτό,
τώρα να πιούν ζωής νερό.



ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ

Αυτός ο ήχος , θανάτου ρόγχος
κι’ άσμα κύκνειο, πολυφωνικό.
Άγονος θλιμμένος τόπος
που ‘χει γίνει του θανάτου σκηνικό.

Γη ξερική , δίχως νερό
σαν τόπος καταραμένος
κάποτε για όλους ευλογημένος
τώρα χωρίς καρπό.

Έρημη ύπαιθρος , νέκρα χωριά .
Οι πόλεις παρακμής φωλιές .
Χαμένοι κόποι , κουρασμένα κορμιά,
σ’ άλλους τόπους δανεικές γενιές.

Άδικοι πόνοι με βαρυγκωμιές
και κλάμα βουβό.
Ξεχασμένοι νεκροί μαχητές,
μνημείο έχοντας λιτό.

Άτεκνη χώρα, προσμονή ταφής,
στον ιστό της αράχνης μπλεγμένη.
Η νηνεμία της θλιβερής βουής
της καμπάνας τον κτύπο αναμένει.

Οι άνθρωποι άκληροι συνειδητά
κι’ ο ήλιος παγερός με το φως θολό,
λες κι’ άνοιξε του Άδη η χαψιά
να καταπιεί ένα ολόκληρο λαό.

Η μνήμη, πατρίδα και μόνη περιουσία,
μα δεν θα υπάρχουν κληρονόμοι.
Βασική αρχή στου κόσμου την ουσία,
της φύσης απαράβατοι οι νόμοι.


Η ΑΝΑΣΤΥΛΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ

Το φως έγινε λυκόφως
Τα όνειρα, μνήμης κενά
Κι’ ο μύθος ένα φθηνό ψέμα

Απόψε τα Φώτα της πόλης θ’ ανάψουν αμυδρά
Για να μη φανεί πως στήνονται ξανά
Τα είδωλα μέσα στη νύχτα

Ποια πόλη να’ ναι αυτή Θεέ μου
Μοιάζει νέα μα είναι παλιά
Παραδομένη λάγνα στης παρακμής την αγκαλιά


ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ασπρόμαυρες φωτογραφίες , τέχνη αφαιρετική
σαν βυζαντινές αγιογραφίες ,δημιουργία λιτή.
Τα χρώματα δύο, άσπρο και μαύρο
όπως αλήθεια ή ψέμα , τίποτε άλλο.
Αποτύπωση ψυχής σε χαρτί με το χρώμα απόν
κι’ ο χρόνος μέτρα αλλιώς, δίχως χθες , αύριο και παρόν.


ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ένα γράμμα βρέθηκε τυχαία
στο βάθος συρταριού ,χρόνια ξεχασμένο.
Οι λέξεις μισοσβησμένες,
ξέθωρο σχεδόν όλο.

Διαβάζοντας το,
οι πάλαι ποτέ όμορφες λέξεις
τώρα φαίνονται σαρκαστικές
κι’ ο ρομαντισμός, κωμωδία.

Ίσως ν’ αλλάξαν οι εποχές
ίσως οι δεύτερες σκέψεις
πάντα πιο κυνικές
από τις ενθουσιώδες πρώτες.


ΠΡΟΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΦΙΛΟ

Αυτή η Κυριακή
του κόσμου η γιορτή,
το τελευταίο γλέντι.

Πάλι γι’ αυτή ρωτάς,
για κείνη π’ αγαπάς
κι’ αυτή δε θέλει.

Εικόνα θλιβερή,
σαν τραίνο που αργεί
και ποτέ δεν φτάνει.

Και συ σ’ αρχαίο δράμα ηθοποιός
που σου πήγε κόντρα ο θεός
κι’ αναπαμό δεν έχεις.

Άραγε ν’ αξίζει,
χρυσάφι να ζυγίζει
μια καλημέρα της;


ΑΠΟΚΕΝΤΡΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Αδύναμα φώτα ανάβουν,
στο λυκόφως που ‘ναι βραχύ,
τα όνειρα ξεθάβουν,
τα λόγια αφήνουν στη βροχή.

Απόκεντροι δρόμοι της πόλης,
το χειμώνα σχεδόν αδειανοί.
Μυρωδιά πανώλης
μ’ απέραντη σιγή.

Η μούχλα κουρνιάζει σταθερά.
Στα μάτια οι σκιές θολές.
Κορμιά με μέλη γυμνά.
Στα πεζοδρόμια πεταμένες καρδιές.

ΚΑΜΕΝΑ ΔΑΣΗ

Απ’ τα δάση μονάχα μείνανε πλειάδες
από θάμνους σεμνούς και παραφυάδες.
Κι από άλση μείνανε μόνο πληθώρα,
από ύμνους παλιούς κι ακανθοφόρα.

Ταραγμένες οι εναπομείναντες ισχνές συστάδες.
Τραγικές φιγούρες κάποιες δίχρωμες δυάδες.
Φωτογραφία τέχνης σουρεαλιστικής
το θέαμα της καμένης γης.


ΨΕΥΤΙΚΟ ΧΡΥΣΑΦΙ

Ήλιε μου τι κοιτάς,
λες και κανέναν δεν γνωρίζεις
Κάθε πρωί που ξεκινάς
όλους μας αντικρίζεις.

Στα σύνορα της γης,
στις εσχατιές του κόσμου,
εκεί που πας και δυείς,
εκεί τραβάς μαζί το φως του κόσμου.

Αυτό το φως που κάνει λάθη
και κάνει να λάμπουν πράγματα φθηνά
όπως το ψεύτικο χρυσάφι
που δεν αντέχει στη φωτιά.


ΨΥΧΙΚΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τα φύλλα πεσμένα,
κίτρινο σκέπασμα σ’ ωχρό κρεβάτι.
Τα δέντρα γυμνά.
Η νύχτα με ώρες γεμάτη.

Ο ήλιος , παγωμένος , αξιώνει,
τα κορμιά να σβήνονται
εκεί που οι μάχες δίνονται,
σε μαρμαρένιο αλώνι.

Στις καρδιές οι κτύποι
δεν έχουν ρυθμό.
Απρόσμενη λύπη,
της ζωής χωρατό.

Ψυχικός χειμώνας.
Ψυχρή η ψύχη.
Αυτός ο αιώνας,
άσκοπη του χρόνου φυγή.


Η ΝΥΧΤΑ

Η νύχτα που τρώει τα σίδερά μας
τις αναμνήσεις του βορρά και του νότου,
κρύβεται το πρωί στο ξύπνημά μας
σημαδεύοντας του ονείρου τον απόπλου.

Η νύχτα σπέρνει και κρύβει ήχους
τα ρόδα, τις βεντάλιες και τους χτύπους.
Η νύχτα κερνάει φόβο και πάθος
κι όταν κάνει ταμείο βγάζει πάντα λάθος.

Οι ήχοι που ακούγονται είναι μουσικής
μεταξύ πρώτης και έκτης πρωινής.
Κι όταν την αυγή το φως φανεί
τότ’ ένας κόσμος ολόκληρος θα κρυφτεί.


ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι ξερό.
Ο ήλιος κυρίαρχος της μεσογείου.
Το φως πολύ
και η σκοτεινιά κυνηγημένη.

Τα σταφύλια κρέμονται
κάτω απ’ τα χλωρά αμπελόφυλλα,
περιμένοντας να ωριμάσουν,
γλυκόπιοτο κρασί να γίνουν.

Η αλμυρή γαλανή θάλασσα,
θερμή αγκαλιά χαλάρωσης.
Και η αμμουδιά στρώμα
που ξαπλώνουν νωχελικά κορμιά.

Η θερινή νύχτα,
γεμάτη από όνειρα
με φόντο τον έναστρο ουρανό
που φεγγοβολάει.


ΨΕΥΤΗΣ ΧΡΟΝΟΣ

Ο χρόνος ψεύτης,
του ήλιου κλέφτης
κι’ η ζωή σαν όνειρο
να σε ‘χει όμηρο.

Αχ! Πως χάθηκε το φως
και ξέφυγε στο πέρα,
ο φίλος έγινε εχθρός
κι’ η νύχτα ξόφλησε τη μέρα.

Τα όνειρα καιρός χαμένος
και ρόδινη αυγή,
ο ουρανός θλιμμένος
σαν άσκοπη φυγή.


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ;

Είναι η ζωή
μι’ ανάμνηση θολή,
ένα γλέντι ένα βράδυ,
ένα φιλί μες στο σκοτάδι.

Η ζωή είναι τρένο
που δεν έχει φρένο
σε ταξίδι που πίσ’ αφήνει
όσα νιάτα σου ’χουν μείνει.

Είναι η ζωή
λίγο φως, πολύ σκοτάδι,
μαύρο φόντο
με λευκό σημάδι.


ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ

Στρυφνές φωνές, κραυγές απόγνωσης
Και ηχορύπανση αυξημένη
Ανθρώπινης αυτοπαγίδευσης απόρροια
Τα μπετά της τσιμεντούπολης συθέμελα τραντάζουν
Ρουτίνα έχουν καταστεί για μια μεγάλη πόλη

Κι όταν συμβεί κάποια φορά τα πάντα να σιγήσουν
Τότε λόγια επιτηδευμένα βγαίνουν απ’ ανθρώπων στόματα
Αποκαλύπτοντας πως ο άνθρωπος όρια δεν έχει
Δείχνοντας το λάθος για ορθό, το μαύρο γι’ άσπρο
Επιτόπου συστήνοντας τον διάολο γι’ άγιο, τον εχθρό για φίλο

Μόνο οι Εστιάδες πια τρομαγμένες
Αφού η ιερή φωτιά τους, έσβησε, απρόσεκτες ως ήταν
Φυλάττουν συνειδητή ένοχη σιωπή, απελπισμένες
Συμπάσχοντες αξιοθρήνητους έχοντας κάποιους σεβάσμιους
Που κι’ αυτοί μ’ ευκολία αποχωρίστηκαν τ’ ασκητικό τους προσωπείο

Μιαρός εξ’ αρχής ο νυμφώνας, πεδίο μάχης αντί χαράς
Ψυχικά γυμνών θρασέων γυναικών κι άνανδρων ανδρών
Ελπίδα τελευταία, η άσφαλτος των δρόμων
Οδός της διαφυγής και έξοδος κινδύνου
Μα πεδιάς ημίγυμνων οστών και κρανίου τόπος


LIFE STYLE

Κόσμος λαμπερός
και ευδαιμονία,
στα ήθη χαλαρός
και ευζωία .

Γυμνό κορμί
δίπλα στο κύμα .
Ψυχή γυμνή
στη παραμύθα του χύμα .


ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σου ζητώ έτσι ξαφνικά,
να περιγράψεις την ζωή σου
με λίγα λόγια απλά
μήπως και δω μες στην ψυχή σου
τα κρίματα που κουβαλά.

Μα συ ξέρεις, οι λέξεις είναι πάντα λίγες
και μόν’ η εικόνα μπορεί να τις κάνει χίλιες.
Έτσι μου δείχνεις ένα πλοίο
σε πίνακα με θαλασσινό τοπίο
κι’ άγρια θάλασσα .


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αυτή τη νύχτα δεν την έφτασες ως το πρωί να δεις
πως έκλεισε ο Θεός το πικρό βιβλίο της ζωής.

Εκεί γραμμένα βρίσκονται αμαρτίες και κρίματα
και όσα της προδοσίας είχαν δοθεί φιλήματα.

Κι’ αν διαβάζονται με δυσκολία στο βιβλίο τα γράμματα,
εύκολα πολύ βουρκώνουν τα μάτια απ’ τα κλάματα.


ΝΕΚΡΙΚΟΝ

Ξάφνου ήρθε η φυγή,
μακριά από ‘μας πηγαίνεις
ταξίδι μακρινό
στων ψυχών την χώρα .

Συγγενείς και φίλοι τώρα,
πλαϊνοί παραστάτες άψυχου πηλού,
βουβοί την μια στιγμή,
την άλλη με οδυρμούς και κλάματα .

Εκεί που πας,
κόσμος άλλος, άυλος,
αλλά ‘δω πίσω μένει ο πόνος,
ο αδερφός του θρήνου.

Κι’ ο θρήνος, προσευχή γίνεται,
συντροφιά να σ’ ακολουθεί
μαζί με φως από καντήλι,
σπάζοντας του θανάτου την μαυρίλα .

Συνοδιά καλών λόγων σου ’ρχονται
ανευωδίαστα νεκρολούλουδα και κεριά αναμμένα,
προσφορά στον νεκρό ως οφείλουν οι άνθρωποι
μαζί με ύστερη, αργόπορη, της ζωής δικαίωση.

Κι όλοι μαζί οι παρόντες,
φορώντας ρούχα μαύρα,
θλιβερή να διανύσουν διαδρομή έχουν χρέος,
στην γη να επιστρέψουν το δανεικό απ’ αυτήν κορμί .

Αλλά ’συ ’κεινο που θέλεις πιο πολύ
εκεί στην πέρα όχθη,
είναι ν’ ακούσεις μια φωνή
να άδει ύμνο ένα,τον Αναστάσιμο.


Ο ΤΡΕΛΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ

Όταν είναι αγκαλιά με μια γυναίκα,
δεν θέλει ποτέ να ξημερώσει
γιατί νομίζει πως η ζωή τον έχει ξεπληρώσει.
Και θε να μείνει το σκοτάδι
να’ναι για πάντα βράδυ.

Λέει πως στα σύννεφα πετά
και προσπαθεί και μας να πείσει.
Μα κι αν είναι ψέμα
κι’ αν είναι αλήθεια,
δρόμοι που χάνονται στα παραμύθια.

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Πάλι σε βρήκε το πρωί να ταξιδεύεις.
Αυτό το βράδυ ήταν μακρύ, πρόσθετες είχε ώρες.
Μα ο ουρανός αρχινά να ξεμαυρίζει.
Ξημέρωμα, απέραντης μοναξιάς φανέρωμα.

Οι παραστάσεις γοργά αλλάσσονται,
του μοναχικού ταξιδιώτη παρηγοριά αυτές μόνη.
Μα τα μάτια της ψυχής έχουν θέα
ενοχλητικές, ανεπιθύμητες εικόνες.

Ταξιδιώτης μοναχικός
μεταξύ του σκότους και του φωτός.
Ψυχικής ταλαιπωρίας διαδρομή
και σκότιση νοός.


Ο ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ

Πάλι περπατάς με το κεφάλι σου σκυφτό.
Άδειες τσέπες, φθαρμένα ρούχα, λέρια.
Μια γόπα από τσιγάρο δανεικό
η περιουσία όλη που ’χεις στα χέρια.

Χαμογέλα οι πάντες σου δίνουν φιλικά.
Μ’ αυτοί σου χαμογελάνε μια φορά
και συ πεθαίνεις δέκα.

Σ’ αυτή την πόλη πολύς ο κόσμος
και ‘συ ξανά σκυφτός
και πάλι μόνος.


Ο ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Πήρες τους δρόμους μες τη βροχή και το πυκνό σκοτάδι
Μαύρη η μέρα απ’ το πρωί και παγερό το βράδυ
Απόψε σκοτείνιασε νωρίς σε τούτο ‘δω τον τόπο
Για τους φίλους άδικα ψάχνεις, άδικο κάνεις κόπο

Μοναξιά παντού και νύχτα,, νύχτα στη γη και στην ψυχή
Σκοτάδι που δεν φεύγει, πολλές οι ώρες ως την αυγή
Η μόνη σου συντροφιά λίγα τσιγάρα κερασμένα
Και για παρηγοριά αναμνήσεις απ’ τα περασμένα

Αυτοί οι δρόμοι πόσο παγεροί κι ατέλειωτοι μοιάζουν
Όσο πιο πολύ τους περπατάς τόσο δεν έχουν άκρη
Κι αν είναι γεμάτοι από κόσμο κι απ’ αυτόν βουλιάζουν
Άνθρωποι μόνοι είναι όλοι κι ας μην τους φεύγει δάκρυ

Ο ΝΑΡΚΟΜΑΝΗΣ

Μακρύς διάδρομος
και σκοτεινό σοκάκι
του μυαλού οι διαδρομές
της ψυχής τα πάθη.

Όποιος σε ‘ριξε
στη ζάλη αυτή,
δάκρυα έβρεξε
σε καρδιά καυτή.

Σου’ναι θέλημα να βγεις
απ’ αυτό το τέλμα,
προσπάθησες μα δεν μπορείς
κι’ ολισθαίνεις προς το τέρμα.


Ο ΧΩΡΙΣΜΕΝΟΣ

Απ’ το μυαλό σου,
η εικόνα της περνά.
Κι αναμνήσεις σου ‘ρχονται ξανά,
η μια μετά την άλλη.

Για ‘κεινη ξανά ρωτάς,
κάθε μέρα, τέτοια ώρα
αν είναι μόνη τώρα
κοντά της για να πας.

Και κανείς πάντα την ευχή,
να σε συγχωρέσει και να σε δεχτεί,
το ραγισμένο το γυαλί
να το ξανακολλήσει.


ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Σε ρώτησαν κάποια στιγμή
τι σου ‘κανε η ζωή
και με την τύχη σου
ξανά τα βάζεις.

Αυτή την ώρα που πονάς
με την καρδιά σου απαντάς,
πως σου πήραν την ψυχή
για ‘να ξερό κομμάτι.

Κι’ άνθρωπος αν θα βρεθεί
το δάκρυ να σκουπίσει,
θα θέλεις κείνη τη στιγμή
τα μάτια σου να κλείσει.



Ο ΧΑΜΕΝΟΣ

Πρωινή δροσιά και λίγες ηλιακτίδες,
μια φωνή που άκουσες, ένα φάντασμα που είδες,
να’ναι νεκρός, δραπέτης τάφου, να περιφέρεται,
σε γνωστούς και ξένους ευγενικά να συμπεριφέρεται.

Ξεπουλώντας ένα έργο χειρών
φτιαγμένο στη διάρκεια πικρών ωρών.
Να τι ‘ναι η περηφάνια στον χαμένο,
ευτελές αντικείμενο εκλιπαρώντας πουλημένο.

Στην γύρα απ’ το πρωί,
άνθρωπος που’ χει μεθύσει.
Μ’ άδεια έξω απ’ τη φυλακή
και μόλις έμαθες πως έχεις χωρίσει.

Νόμος σκληρός κρατεί,
δύσκολη η ζωή μαζί σου.
Χαμένη αρχή, δίχως προκοπή
και τέλος τ’ άψυχο κορμί σου.


ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Ταξίδι φύγανε μακριά
για κάποιας γης την άκρη
κανείς για κείνους δεν πονά
κανείς δεν στάζει δάκρυ.

Τα λόγια που ’πάνε
την ώρα που χωρίζανε,
συντροφιά τα είχανε
στους δρόμους που γυρίζανε.

Στους ξένους τόπους μόνος,
δύσκολη πάντα η αρχή
και για να νικηθεί ο πόνος
όπλο μόνο κάποια ευχή.

Κι όταν ρωτάνε τ’ όνομά τους,
καθένας τους αμήχανα κοιτά,
κρατούν καλά την μοναξιά τους
και κανείς δεν θέλει να μιλά.


ΑΣΤΕΓΟΙ

Εκεί στης πλατείας το πέρασμα
που ο ήλιος σβήνει,
δανεική γόπα για κέρασμα
ο ένας στον άλλον δίνει .

Δύσκολα ο χρόνος πέρασε
στα παγκάκια των φτωχών
γιατί η ζωή δεν κέρασε
το νέκταρ των θεών.

Μνήμες παλιές.
Ξεθωριασμένο χρώμα .
Επαίτης χθες
τώρα νεκρός στο χώμα .


Ο ΓΡΑΦΙΚΟΣ

Πάλι περπατάς στου λιμανιού την έρημη την άκρη
Την ίδια ώρα που το φως της μέρας γίνεται θόλο
Και σιγά-σιγά της θάλασσας σκοτεινιάζει το νερό
Στα μάτια σου πάλι κυλά πικρό και βαρύ το δάκρυ

Μα τι ψάχνεις τώρα,αυτή την ώρα άκρη για να βρεις
Που ο άνεμος σε δέρνει και οι σταγόνες της βροχής
Τι να θυμηθείς, πως η ζωή σου ‘χει κλέψει κάτι
Της ψυχής σου ίσως πήρε το καλύτερο κομμάτι

Αυτό αιτία έγινε στους δρόμους μόνος να γυρνάς
Του λιμανιού και των στενών γραφικός να γίνεις τύπος
Την ώρα που τα φώτα ανάβουν γύρω εσύ πονάς
Νιώθεις πως σβήνεις και της καρδιάς σου σταματά ο κτύπος


ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ

Μη σε ξεγελά κανείς
Αυτοί που σου ζητάνε θαύματα
Αύριο θα τους δεις
Να σε σταυρώνουν τα χαράματα

Ανοιχτή πληγή
Όλο το κορμί
Και τ’ άδικο, στιγμή
Για χαριστική βολή

Πως να πεις
Τον πόνο της ψυχής
Χθες θεός
Αύριο θνητός


Η ΠΤΩΣΗ

Αυτή η ψυχή στο σώμα φυλακή,
σα φύλλο στη γη πεσμένη.
Το σύνορο ,γραμμή αλυκή.
Τα μάτια, μάτια τυφλής, ικέτιδα απελπισμένη.

Από φιδιού μορφή, με λόγο γλυκό,
πικρά ξεγελασμένη.
Καθρέπτισμα οδυνηρό, σε γλυφό νερό,
σαν άχνα εκπνοής, φιγούρα ξεθωριασμένη.

Ασύμμετρη η λογική,
λύση θε να δώσει,
την μια προσφέρει την φυγή,
την άλλη δείχνει πτώση.


ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΡΕ;

Συ που ‘χεις την ισχύ
και στέκεις στην κορφή,
μου λες με τρόπο εκφοβιστικό:
Ξέρεις ποιος είμαι ‘γώ;
Κι’ εγώ σου απαντώ με το κλισέ:
Ποιος είσαι ‘συ ρε;

Αιφνιδιάστηκες λοιπόν
που ο φόβος μου ειν’ απών.
Κι’ αν δεν μου απαντάς,
λίγο με νοιάζει.
Κι’ αν απαξιωτικά με κοιτάς.
καθόλου δεν με πειράζει.

Από τον τρόπο που περπατάς,
φαίνεται πως ανθρώπους θε να πατάς.
Κι’ όπως το κορμί σου κρατάς ορθό,
θέτεις εαυτό στο απυρόβλητο.

Πόσο λάθος κάνεις, κρίμα για σένα.
Εγώ σε περιμένω στην κόλαση που φτιάχνεις για μένα.
Μα επειδή αυταπάτες έχεις ενστερνιστεί,
μάθε πως κόλαση ή παράδεισο θα πάμε όλοι μαζί.

Η ατυχία σου είναι πως,
εγώ ξέρω ποιος είσαι, δυστυχώς.
Εσύ είσαι το χώμα
που νομίζει ότι οι άλλοι
θα γίνουν κάποτε νεκροί
και συ θα ζεις ακόμα.


ΛΗΘΗ Η΄ ΜΝΗΜΗ;

Η προσευχή σου όλη ένας ψίθυρος .
Καπνός από τσιγάρο η ζωή σου .
Μια ύπαιθρο κτενίζει η ματιά
που πάνω της αλείφεται η ερημιά .

Στις πέτρες που γράφανε οι τραγωδοί
κι’ απαγγέλνανε οι ποιητές τους στίχους ,
γυμνό φιλήδονο λικνίζεται κορμί
και γράφεται βλάσφημο σύνθημα στους τοίχους .

Κι’ αν μ’ αγγίζεις λήθη
με χέρια μαγικά
απ’ τη μνήμη μου δεν σβήνουν
γεγονότα μακρινά.

Μέρη που τα παλικάρια χύσανε το αίμα
κι’οι άγιοι το κορμί τους λιώσανε,
με σκουπίδια που κατέβασε το ρέμα
εύκολα τα μπαζώσανε.

Οι Ενδυδημένοι ρούχα και κοσμήματα ακριβά
κι’ όχι το φως αυτού του τόπου,
αρώματα φορώντας σαγηνευτικά,
καρπώνονται ιδρώτα ξένου κόπου.

Όλοι θέλουνε την λήθη,
τον νόμο της σιωπής
μ’ απ’ τα μάρμαρα εκλήθη
η μνήμη της οργής.


ΠΑΤΡΙΔΑ

Πατρίδα είν’ εκεί π’ αρχίζει η σιωπή
και βασιλεύει η φτώχεια και ο πόνος.
Εκεί που η πείνα θα γίνει προσευχή
κι’ η μπέσα με τον λόγο θα γίνουν νόμος.

Έλληνας για να’ σαι βαρύ το φορτίο,
τοσ’ ασήκωτο σαν μοναξιά και κρύο.
Θέλει καρδιά γερή και ψυχή λιοντάρι,
μια πίκρα πρωινή να ξεχνάς το βράδυ.

Κι’ αν στον Θεό σου ΟΧΙ μπόρεσες να πεις
κι' Αυτός πάλι σ’ είχε συγχωρέσει,
φτάνει μόνο μια φορά πατρίδα ν’ αρνηθείς
κι’ αυτή ποτέ να μην σε ξαναχωρέσει.


ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Σου μυρίζει η αρμύρα του Ιουνίου
που’ ρχεται από τη Δύση,
σαν την ψαρίλα κάποιου πλοίου
που τ’ όνομά του μεγαλ’ είναι ρήση.

Φτερά στις πλάτες μου δεν έχω
να δω τις γυρ’ ακτές,
μόνο λέξεις απ’ τη γλώσσα Γκρέκο
ακούγονται στο λυκαυγές.

Το λυκόφως έγινε πιο μωβί.
Κι’ ο απόηχος του θρύλου,
χάνεται αργά μαζί
μ’ έν’ άσμα αρχαίου φίλου.

Ο ‘Δυσσέας δεν γυρίζει,
στο δρόμο έχει χαθεί,
μα τ’ όνειρό μου ζωγραφίζει
τα μέρη που ‘χε βρεθεί.


ΘΕΑΤΡΟ

Μάρμαρα λευκών αποχρώσεων, ημικυκλικά τοποθετημένα
Παρελθόντος μεγαλείου εμφανή σημάδια
Ο ήλιος σταθερός, άπλετου φωτός παροχέας
Τα δρώμενα, νοητά ,τραγωδών μεγάλων στοιχειά
Και το θρόισμα των φύλλων ως μουσική υπόκρουση
Θεατές αοράτων παραστάσεων οι αμήχανοι επισκέπτες
Το χειροκρότημα ενσυνείδητο κι’ αθόρυβο
Μακαρισμός ευσεβής και σιωπηλός για τους δημιουργούς


Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ

Οι Αθηναίοι για το κοινό καλό όλων φροντίζοντας
Κατά της ουδετέρας Μήλου εκστράτευσαν
Μετά πλήθους σύμμαχων συνοδευόμενοι
Που άλλοι από συμφέρον κι’ άλλοι από υποταγή
Θλιβεροί παρόντες , αυτογελοιοποιούνταν
Και πριν την πολιορκία αρχίσουν
Πρέσβεις απόστειλαν ζητώντας πολιτικό ρεαλισμό και παράδοση
Μα η άρνηση των Μηλίων δεν τους τάραξε
Καθότι πολλάκις οι ισχυροί χρειάζονται εχθρούς παρά φίλους
Κι’ όταν οι σύμμαχοι νίκησαν δεν φάνηκαν μεγαλόψυχοι
Ανελέητη σφαγή έπραξαν για παραδειγματισμό


ΚΑΚΟΣ ΟΙΩΝΟΣ

Οι λίθινοι διάσπαρτοι οδοδείκτες
Οι του θεού Ερμή την κεφαλή φέροντες
Βρέθηκαν κατεστραμμένοι από βέβηλα χέρια ιερόσυλων
Αναστατώνοντας την ευνομούμενη πόλη της Παλλάδας
Το άγος σκέπασε τα πάντα
Οιωνός κακός για την σικελική εκστρατεία

Αλκιβιάδη! Αλκιβιάδη!
Ασήμαντο αν ένοχος ήσουν ή αθώος
Σημαντικό όμως πως λησμόνησες
Ότι όποιος έχει μεγάλα πάθη
Έχει φίλους φανατικούς
Μα και πολλούς εχθρούς


ΣΤΟ ΚΑΙΣΑΡΕΙΟ

Ότι θες μπορεί να λες και να πιστεύεις
αρκεί μόνο στον Καίσαρα να θυσιάσεις .
Αχ! Αυτά τα ειδωλόθυτα,
πόσο ευωδιαστά κι’ εύγεστα είναι.
Πειράσεσε συχνά-πυκνά να τα δοκιμάσεις.

Σειρην ες πορνικά ντυμένες σου νεύουν μαζί τους να συγκυλιστείς .
Και σιδηρόφρακτοι πραιτοριανοί σε πιέζουν αφόρητα.
Μήπως κατά το πλατωνικό ‘’πειθοι τε και βία’’,
Στο καιισάρειο να πράξεις τη θυσία .
Άραγε πόσο θ’ αντέξεις;

Μην έχεις την εντύπωση και την πλάνη
Ότι τα λόγια κι’ οι ιδέες σου τρομάζουν το στερέωμα .
Αυτό συθέμελα θα τρίξει
αν εσύ θνητός αμφισβητήσεις την θεότητα του Καίσαρος. .
Θεϊκότητα εκπορευόμενη από την λησμονιά του θανάτου.

Αμήχανα στέκεις μπροστά στο θυσιαστήριο ,
διστάζεις κι’ απορείς γιατί αυτός ο θεός ξένος σου φαίνεται,
διάφορος κατά πολύ απ’ αυτόν που πιστεύεις. .
Πλήρης τίτλων επίγειας δόξης φορτωμένος.
Αγέρωχος , αλαζόνας κι’ υπερόπτης, ξένος σταυρού.

Όμως , ο δικός σου θεός, όμοιος σου.
Διακριτικά στο περιθώριο στέκει,
ταπεινός και περιφρονημένος.
Τον κοιτάς και τον ξανακοιτάς,
διαπιστώνοντας πόσο σου μοιάζει.

Μα κείνο που σε κάνει να μην θες να τον αλλάξεις ,
είναι που κουβαλάτε το σταυρό σου παρέα.
Κι’ αυτό σου διώχνει κάθε δισταγμό κι’ αμφιβολία,
στο καισάρειο να μην τελέσεις τ ην θυσία ,
με οποιοδήποτε κόστος.

SIR STEVEN RUNCIMAN

Πέθανε ο γερο-Ράνσιμαν
Μαζί εξέπνευσε με τον εικοστό αιώνα
Σκαπανέας ακούραστος της ιστορίας
Το παρεξηγημένο Βυζάντιο ξέθαψε
Καθαρίζοντας τα οστά του από τη λάσπη
Και με ακρίβεια το προσδιόρισε
Αγία ρωμαϊκή αυτοκρατορία του ελληνικού έθνους ονομάζοντας το
Έφυγε ο σερ-Στήβεν πλήρης ημερών κι’ έργων
Και οι Έλληνες έναν φίλο λιγότερο αθροίζουν πλέον

ΣΙΚΕΛΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Ήχησαν οι καμπάνες του νησιού
Δευτέρα του Πάσχα ήταν
Εσπερινό έγνεψαν στους σικελούς
Ανοιξιάτικο, μεσογειακό το τοπίο, ευχάριστο
Μα ανύπαρχτη η αναστάσιμη χαρά
Μόνο βουή απλωμένη
Συνεπείς πάντα στις υποχρεώσεις τους οι κατακτητές
Προσβολές μοίραζαν απλόχερα στους ντόπιους υποτελείς
Μα κείνοι άραβες ,λατίνοι και γραικοί
Τις χρόνιες πικρίες μαζεμένες έχοντας
Καλά κρυμμένες στον πυθμένα της ψυχή τους
Όρμησαν απ’ ασήμαντη αφορμή
Κι΄ αλαλάζοντας τους στρατιώτες των Ανζού κατέσφαξαν
Χωρίς ίχνος οίκτου να δείξουν
Εκδίκηση παίρνοντας γι’ όλα τ’ άδικα



ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ

Θλιβεροί κι’ ανόητοι οι σταυροφόροι της Δ΄ σταυροφορίας
Την πάγια τακτική των νικητών ακολουθώντας
Τίποτε δεν σεβάστηκαν
Λεηλασία, ιεροσυλία, αίμα κι’ απληστία σκόρπισαν αφειδώς
Ξεδιψώντας για λίγο το πάθος τους
Κι’ αφού τον σταυρό που έφεραν πάνω τους ως σύμβολο
Σε σταυρό μαρτυρίου τον μετέτρεψαν
Για τους σχισματικούς όπως λέγαν γραικούς
Τότε τα ιμάτια του γυμνού πια ελληνισμού διαμέλισαν
Και με κλήρο, κληρούχους εαυτούς κατέστησαν
Πριγκιπάτα, βαρονίες, δουκάτα και κομητείες
Κι’ άλλους τοιούτους βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς έδωσαν
Σ’ όποιο κομμάτι του έρημου τόπου τους έλαχε
Γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η ανοησία τόσο ποιο ηχηρή είναι


ΤΟΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΠΡΟΜΑΧΟΙΣ

Ω! Ιερά Πόλις
Οι καπνοί σου ακόμη αναδύονται στον ουρανό
Οι ψυχές των υπερασπιστών σου συνεχίζουν να μάχονται στις ντάπιες
Η αντίσταση σου φως ανέσπερο
Ο αγώνας σου της λογικής αμφισβήτηση
Αλησμόνητη η βρώση παν χλωρού κι’έμβιου απ’απόγνωση,απελπισιά και πείσμα
Κι’αφού λαός και μαχητές καλώς αθλήσαν και καθηγιασθήκαν από τις κακουχίες
Των Βαΐων προς την αιωνιότητα έξοδο επιχείρησαν
Εαυτούς κατατάσσοντας στη χορεία των αγίων
Φωτοστέφανο λάβοντες επάξια


Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΡΟΦΗ

Οι ώρες δύσκολες πολύ και τραγικές,
οι τσέτες έφτασαν στης πόλης της παρυφές.
Και παρέρχονται αμεταστρεπτί
θρύλοι κι οι αιώνες ελληνισμού μαζί.

Της Αποκάλυψης εμφανή σημάδι,
η κάθοδος του έθνους στον Άδη
μαζί με τις επιστολές που στέλνει ο Θεός
να μείνει έκαστος άχρι θανάτου πιστός.

Εκεί στη Σμύρνη, στην Αγία Φωτεινή,
του δράματος η πράξη η τελική.
Και μετά συντέλεια και καπνός
και θρήνος μακρύς συρτός.


Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ

Μ’ άγρια όψη , οργωμένη από κακουχίες,
σημαδεμένη από διάφορα παρελθόντα γεγονότα,
ψυχρός να στέκεις μπροστά στην αγχόνη.

Από γύρω πολλοί να σε γιουχάρουν,χλευαστές σου τώρα,
αυτοί που πρότερα μόνο στ’ άκουσμα σου τρέμαν.
Κι’ άλλοι κει άσχετοι παρόντες το θλιβερό θέαμα να δουν.

Πρώτοι αυτοί που ‘χες αδικήσει τρέξαν να χαρούν
μα και κείνοι που με περίσσευμα καρδιάς είχες ευεργετήσει,
στερνό αντίο να σου πουν, όλοι αντάμα .

Απ’ τα μάτια σου σπίθες φεύγουν, κοιτώντας,
πότε με προσμονή τον ορίζοντα και πότε υποτιμητικά διπλα σου,
φανερώνοντας την περιφρόνηση σου στον αλαλάζοντα όχλο.

Τηρώντας την αγχόνη , πικρά της χαμογελάς
γιατί αυτή σε περίμενε πάντα
μια και το φωτοστέφανο ποτέ δεν διεκδίκησες.

Κάνοντας τον σταυρό σου,κοιτάζεις για τελευταία φορά τον ήλιο,
λέγοντας πως ο θεός θα σε κρίνει.Κι’ έπειτα σιωπή.
Άλλωστε ποτέ σου δεν ήσουνα λαλίστατος και φανφαρόνος .


ΛΗΔΡΑ ΠΑΛΑΣ

Πρόσωπα σφιγμένα δωρικά,
κάθε Σαββάτο στ’ οδόφραγμα μπροστά,
μαυροντυμένες φιγούρες,τραγικές,
κρατούν στα χέρια τους ψυχές.

Εδώ ο χρόνος έχει βουβός σταθεί,
ούτε λεπτό από ‘κει δεν θα κυλήσει.
Τότε την ζωή την έκοψε σπαθί
του χάρου ήταν ώρα να θερίσει.

Εκεί ακούς μιας ψυχής το λόγο,
μιας μάνας τον επιθανάτιο ρόγχο,
παρακαλώντας λίγο πριν ξεψυχήσει,
το γιο της κάποια ‘λλη ν’ αναζητήσει.

Και πήρες εσύ την εντολή μια ξένη
σαν μάνα κι αδερφή μην τ’ αστοχάς.
Κι όσο εσύ δεν θα ξεχνάς
τόσο κανείς δεν θα πεθαίνει.


ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΝΟΡΩΝ

Τα σύνορα του τόπου,
απελπισμένος να κοιτάς
απ’ τη κορφή του λόφου,
την ώρα που ‘ρχεται ο χιονιάς.

Αυτή η καμένη γη
τι να ΄χει και τη ζηλεύουν.
Περίσσια φτώχια τυραννική
για καρπό μαζεύουν.

Αλλαγή συνόρων λοιπόν
σαν ασκήσεις γεωμετρίας.
Πάλι ο χάρος παρών
άοκνος εργάτης άνευ αργίας.


ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ

Εικόνες τραγικές.
Ατελείωτο μαρτύριο του πολέμου η σοδειά.
Ο θεριστής γνωστός, δερπανοφόρος καβαλάρης
που μετρά κουφάρια σκυλεμένα.
Και η Δόξα να κουνά από χαρά, χέρια λερωμένα,
μια και δεν πλένονται ποτέ καλά σαν είναι ματωμένα.


ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Σιδερά του κόσμου τα δεσμά
που σπάνε μια φορά
και τον δένουν δέκα.

Τάφοι ανοιχτοί
και λευκά κελιά
της Σαλώμης θανάτου πέπλα.

Επί πίνακει η κεφαλή
του κάθε αρνητή
ζητείται για τρόπαιο του νικητή.

Μάρτυρες, ψυχές τυραγνισμένες
και ζωές ανυπόμονες,
μη έχοντας καταφύγι για τις μπόρες.

Τα μάτια τους γεμάτα πόνο,
παραβάτες στον γήινο νόμο,
άγγελοι στον ουρανό.


ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Ριζωμένοι στο βουτηγμένο στην Μεσόγειο χέρι του Θεού.
Ανεμογδαρμένοι κι αμετανόητοι αιώνες τώρα
εκεί που θεριεύουν τ’ αμπέλια μες στο λιοπύρι,
εκεί που τα μάρμαρα ξεφυτρώνουν μ’ ευκολία παντού.

Μεγάλωσαν κατ’ απ’ αγριελιές κι’ άκουσαν σοφούς να τους μιλούν.
Ανδρώθηκαν δίνοντας μάχες άνισες και λυσσαλέες .
Δάμασαν την Μεσόγειο που ‘γινε η μεγάλη αγάπη τους.
Με φιλόδοξους αρχηγούς για την Ανατολή τράβηξαν.

Η Ιστορία τους κέρασε φωτιά και σίδερο αντάμα.
Μα με το πνεύμα τιθάσεψαν την φωτιά και τσάκισαν τ’ ατσάλι.
Και με την γλώσσα την Ελληνική πήραν ξανά τον κόσμο στα χέρια τους,
την στιγμή που τον είχαν χαμένο.

Και ξανά φωτιά και πάλι σίδερο.
Μ’ αυτοί επτάψυχοι και πάλι ζωντανοί.
Κληρονόμοι νόμιμοι δύο πολιτισμών,να παλεύουν με την Ιστορία
που θέλησε πολλές φορές να τους σβήσει.

Με τ&ην χαρά τους να πλανάται μεταξύ στεριάς και θάλασσας ,
νοσταλγούν την Κολχίδα, την Αίτνα, τις Εσπερίδες,
την Γεδρωσία και τα πέρατα της οικουμένης
όπου άφησαν ένα κομμάτι απ’ τον ήλιο τους.

Είναι αυτοί των μαρμάρων τεχνίτες που ’χουν τον ήλιο για σκαρπέλο,
του θανάτου μουσικοί έχοντας την θάλασσα για ορχήστρα,
της Ανάστασης ζωγράφοι χρησιμοποιώντας τον ουρανό για καμβά,
της ζωής τελάληδες, σαματατζήδες.

Βάζουν στο κρασί νερόκαι στην ζωή τους τρέλα.
Και τον αδερφό τους τον κερνούν,την μια χολή, την άλλη μέλι.
Κι είναι ζωντανοί ως τα σήμερα,βγαλμένοι χρόνια της ιστορίας το κουρμπέτι.
Είναι και μένουνε Γραικοί μες στην ιστορική την διαδρομή κι ας το’ χουν ακριβά πληρώσει.